Greek Poetry

Ο λύχνος του Αλλαδίνου

 

Στο Ν. Χατζηκυριάκο - Γκίκα

 

Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω στο λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

 

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε τη <<φιγούρα>> μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ' ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

 

Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

 

Του ναύτη δος του στη στεριά κρεβάτι, και να πιει.
-Όλο τον; κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες...-
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ' έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

 

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην αγ;ορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
Και πήδηξ' ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' τη Σκύρο.

 

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.

 

                                               Νίκος Καββαδίας

 

 

Το τέλος της αρχής

 

Στο Γιώργο Μάρκου

 

Αφουγκράζομαι τον ήχο

του συνηρμού

καθώς διαβαίνω

με ματωμένα πόδια

προς το τέλος

της αρχής

 

   Ι. Σ. (Ο εν λόγω γνωστός-άγνωστος ζήτησε την ανωνυμία του και το σεβόμαστε)

 

Αρμίδα

 

Στον Κώστα Βάρναλη

 

 Το πειρατικό του Captain Jimmy,

που μ' αυτό θα φύγετε και σείς,

είναι φορτωμένο με χασίς

κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

 

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει

και με τη βοήθεια του καιρού

όσο που να πάμε στο Περού 

το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει.

 

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη

με λογής παράξενα φυτά,

ένα γέρος ήλιος μας κοιτά 

και μας κλείνει που και που το μάτι.

 

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,

-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;

μας προσμένουν πίπες αδειανές 

και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

 

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,

οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.

Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά

δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

 

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά

πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,

δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά

του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

 

                                               Νίκος Καββαδίας

 

WILLIAM GEORGE ALLUM
 
Εγνώρισα κάποια φορά σ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
οπου δε μίλαγε ποτέ κι oύτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.
 
Oλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.
 
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ'  ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...
 
Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.
 
Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι  από κοντά του εξάλειψεν ο,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.
 
Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τριβει, οι θερμαστές...
Του κάκου.γνώριζεν αυτός-καθώς το ξέρουμ'  όλοι-
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές.
 
Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε : "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"

και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

 

Νίκος Καββαδίας

Visitors