|
|
Ιδιαιτερότητες
και αντιθέσεις του διεθνούς εμπορίου
Γιάννης
Μηλιός
1.
Εισαγωγή
Τα κατά
καιρούς μέτωπα και οι συνομιλίες στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού
Εμπορίου (ΠΟΕ) αναπαράγουν μία αντιφατική εικόνα σχετικά με τη συνοχή
και τις αντιφάσεις της παγκόσμιας οικονομίας: Από τη μια προκύπτει ότι,
στην μόλις επτάχρονη ζωή του, ο ΠΟΕ, με 135 χώρες-μέλη, έχει επιληφθεί
δύο εκατοντάδων υποθέσεων παραβίασης εμπορικών συμφωνιών ή διαμάχης μεταξύ
χωρών για ζητήματα διεθνούς εμπορίου, έναντι "μόλις" 300 περίπου
αντίστοιχων υποθέσεων που απασχόλησαν την "προκάτοχό" του, GATT,
στο διάστημα μισού σχεδόν αιώνα (1947-94). Από την άλλη διαπιστώνεται
η δυστοκία που επικρατεί σήμερα στο πλαίσιο του Οργανισμού για την επίλυση
των εκκρεμών ζητημάτων που αρχίζουν πλέον να σωρεύονται, ενώ επίσης επισημαίνεται
ότι οι ΗΠΑ εμπλέκονταν στην πλειοψηφία των υποθέσεων που απασχόλησαν τον
Οργανισμό.
Η αντιφατική αυτή εικόνα είναι προϊόν δύο τάσεων: Από τη μια μεριά των
πλεονεκτημάτων που προσφέρει το διεθνές εμπόριο στις επιμέρους χώρες,
ακόμα και αν πρόκειται για τις χώρες σχετικά χαμηλής ανάπτυξης της Λ.
Αμερικής ή της Ασίας. Από την άλλη, της ηγεμονικής θέσης των ΗΠΑ στη διεθνοπολιτική
σκακιέρα, που επιζητούν να χρησιμοποιήσουν οργανισμούς όπως ο ΠΟΕ για
την περαιτέρω ενίσχυση της θέσης τους, τόσο έναντι του Τρίτου Κόσμου και
των πρώην χωρών-μελών της ΚΟΜΕΚΟΝ (από κοινού με τα άλλα αναπτυγμένα διεθνή
οικονομικά κέντα -ΕΕ, Ιαπωνία), όσο όμως και έναντι των βασικών οικονομικών
ανταγωνιστών τους (Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία).
2.
Διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός και η τάση φιλελευθεροποίησης του διεθνούς
εμπορίου
Αντίθετα
με ό,τι συχνά υποστηρίζεται, η παγκόσμια οικονομία δεν είναι ενιαία, κατά
το πρότυπο μιας εθνικής οικονομίας (ενιαίο νομικό, θεσμικό και πολιτικό
πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, ενιαίο νόμισμα), αλλά χαρακτηρίζεται
από τις "συνοριακές" γραμμές μεταξύ των επιμέρους εθνικών οικονομιών
που εντάσσονται σ' αυτήν. Οι οικονομικές "συνοριακές" αυτές
γραμμές μπορούν να αφορούν από μέτρα αυστηρού προστατευτισμού και "απομόνωσης"
της εθνικής οικονομίας από τη διεθνή (υψηλοί δασμοί και ποσοστώσεις, ακόμα
και απαγόρευση εισαγωγών), μέχρι έμμεσες και συγκαλυμμένες μορφές προστασίας
της εγχώριας αγοράς και επιδότησης των εξαγωγών, όπως π.χ. τεχνικές προδιαγραφές
ποιότητας ή ρυθμίσεις περιβαλλοντολογικού περιεχομένου, που όμως αποκλείουν
τα προϊόντα κάποιων χωρών από τις αγορές των (κατά κανόνα αναπτυγμένων)
χωρών με τις αυστηρές προδιαγραφές και ρυθμίσεις. Στο ίδιο επίπεδο τοποθετείται
και η βιομηχανική πολιτική (ή η τιμολογιακή πολιτική και η πολιτική προμηθειών
του Δημοσίου τομέα) που ασκούν ορισμένες χώρες (με χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα την Ιαπωνία), η οποία λειτουργεί ως μια συγκαλυμμένη μορφή
προστατευτισμού της εγχώριας αγοράς από το εξωτερικό με ταυτόχρονη επιδότηση
των εξαγωγών.
Βεβαίως, είναι προφανές αλλά και γνωστό από την ιστορία της διεθνούς οικονομίας
ότι μια δέσμη μέτρων οικονομικού προστατευτισμού μιας χώρας προκαλεί αντίστοιχου
περιεχομένου "αντίμετρα" από τους εμπορικούς της εταίρους. Το
γεγονός αυτό κάνει κατανοητή την τάση φιλελευθεροποίησης του εμπορίου
μεταξύ χωρών με αμελητέες ή έστω μικρές διαφορές στο επίπεδο οικονομικής
τους ανάπτυξης. Πώς εξηγείται όμως η τάση γενικής φιλελευθεροποίησης του
διεθνούς εμπορίου και προσχώρησης όλο και περισσότερων χωρών στις συμφωνίες
της GATT στο παρελθόν και σήμερα στον ΠΟΕ; Και, μήπως η τάση αυτή εξαλείφει
τις οικονομικές "συνοριακές" γραμμές μεταξύ των εθνικών οικονομιών;
Η απάντηση μπορεί να δοθεί από κοινού και στα δύο ερωτήματα.
Ακόμα κι αν παραβλέψουμε τις κρατικές πολιτικές και τα μέτρα άμεσου ή
έμμεσου προστατευτισμού, οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις διαφορετικές
εθνικές οικονομίες προκύπτουν από την ύπαρξη των διαφορετικών εθνικών
νομισμάτων, από την ανυπαρξία, δηλαδή, ενός ενιαίου παγκόσμιου νομίσματος.
Έτσι, ενώ σε εθνικό επίπεδο οι τιμές των εμπορευμάτων εκφράζονται "αυτομάτως"
σε μονάδες του εθνικού νομίσματος, στο διεθνές επίπεδο λαμβάνει χώρα ο
μετασχηματισμός του εθνικού "χρηματικού τους ονόματος" σε διεθνές
νόμισμα, διαμεσολαβεί δηλαδή η σχέση ανταλλαγής ανάμεσα στις νομισματικές
μονάδες των διαφορετικών χωρών.
Οι χώρες με τη διεθνώς ψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας είναι αρχικά
σε θέση να διαθέτουν στην παγκόσμια αγορά τα εμπορεύματα που παράγουν
σε τιμές χαμηλότερες από αυτές των λιγότερο "παραγωγικών" ανταγωνιστών
τους, ώστε, όχι μόνο να αποκομίζουν πρόσθετα κέρδη, αλλά και να διευρύνουν
συνεχώς το μερίδιό τους στην αγορά. Το αποτέλεσμα για τις περισσότερο
"παραγωγικές" χώρες είναι η δημιουργία διευρυνόμενων εμπορικών
πλεονασμάτων, ενώ παράλληλη είναι και η συνεχής αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων
στις χώρες με διεθνώς χαμηλότερη παραγωγικότητα. Τα εμπορικά αυτά ισοζύγια
-ελλείμματα ή αντίστοιχα πλεονάσματα-- είναι όμως ο πλέον αποφασιστικός
παράγοντας που καθορίζει τη μακροπρόθεσμη κίνηση της διεθνούς συναλλαγματικής
ισοτιμίας ενός εθνικού νομίσματος. Μια συνεχής επιδείνωση του εμπορικού
ισοζυγίου δεν μπορεί παρά μόνο κοντοπρόθεσμα να αντισταθμίζεται από μια
αντίστοιχη βελτίωση του ισοζυγίου κεφαλαίων. Υπό την πίεση έτσι των ελλειμμάτων
του εμπορικού ισοζυγίου υποχρεώνεται η χώρα με τη σχετικά χαμηλότερη παραγωγικότητα
να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, ενώ αντίστοιχα τα πλεονάσματα του
εμπορικού ισοζυγίου της χώρας με την ψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας
θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία ανατίμησης του δικού της εθνικού νομίσματος.
Με την υπόθεση ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, οι
νομισματικοί μηχανισμοί που μόλις περιγράψαμε τροποποιούν τον ανταγωνισμό
μεταξύ των διαφορετικών εθνικών οικονομιών, σε σύγκριση πάντα με τον ανταγωνισμό
των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας: εδώ, στην παγκόσμια
αγορά, η αναπροσαρμογή της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος λειτουργεί
προστατευτικά για τα λιγότερο αναπτυγμένα (εθνικά) κεφάλαια. Οι διεθνείς
διαφορές στην παραγωγικότητα μπορούν έτσι να αναπαράγονται σε πολύ μεγαλύτερο
βαθμό, ενώ τα πρόσθετα κέρδη, που αποκομίζουν τα περισσότερο αναπτυγμένα
εθνικά κεφάλαια εξανεμίζονται.
Μέσα από την υποτίμηση του νομίσματος της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας
μετασχηματίζονται οι "ψηλές" εθνικές τιμές των προϊόντων της
σε μέσες (ή και χαμηλές) διεθνείς τιμές αγοράς. Αντίστοιχα, οι "χαμηλές"
εθνικές τιμές των προϊόντων της περισσότερο αναπτυγμένης χώρας (της χώρας
με τη σχετικά ψηλότερη παραγωγικότητα) μετατρέπονται και πάλι, μέσα από
την ανατίμηση του εθνικού νομίσματος, σε μέσες διεθνείς τιμές. Η διακύμανση
των ισοτιμιών λειτουργεί δηλαδή προστατευτικά για τις λιγότερο αναπτυγμένες
εθνικές οικονομίες. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες ισορροπούν στα επίπεδα
εκείνα που εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα όλων των χωρών που συμμετέχουν
στο διεθνή ανταγωνισμό. Παρότι αυτό δεν αφορά το σύνολο των χωρών του
πλανήτη (διότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την
όποια ανταγωνιστικότητα σε χώρες πολύ χαμηλής ανάπτυξης), εντούτοις πρόκειται
για μια παγκόσμια οικονομία στο εσωτερικό της οποίας αναπαράγονται πολύ
σημαντικότερες διαφορές ανάπτυξης και παραγωγικότητας από ό,τι στο εσωτερικό
μιας εθνικής οικονομίας.
Οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες συμμετέχουν, δηλαδή, στο διεθνές εμπόριο
χωρίς η θέση τους στην παγκόσμια αγορά να απειλείται από τις περισσότερο
αναπτυγμένες χώρες, στον ίδιο βαθμό που απειλείται η θέση μιας λιγότερο
"παραγωγικής" επιχείρησης στο εσωτερικό ενός βιομηχανικού κλάδου
μιας εθνικής οικονομίας. Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα από την κατηγορία
των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών, που συγκεντρώνουν περισσότερο από
τα δύο τρίτα του παγκόσμιου εμπορίου, έχει υπολογισθεί ότι στη δεκαετία
του 1950 η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ ήταν 3-10 φορές μεγαλύτερη από ό,τι
στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ή στην Ιαπωνία. Παρά όμως αυτή την υπεροχή
τους και παρά τη φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου μετά το Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο με βάση τις συμφωνίες της GATT, οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν εκτόπισαν τους
ανταγωνιστές τους από την παγκόσμια αγορά, αλλά είδαν τα μερίδια των εισαγωγών
στην εσωτερική τους αγορά να διερύνονται συνεχώς. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε,
φυσικά, καθώς οι διεθνείς οικονομικοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ (και κυρίως
η Ιαπωνία και η Δυτ. Γερμανία κ.λπ) κατάφερναν να καλύψουν σταδιακά το
αναπτυξιακό χάσμα που τους χώριζε από τις ΗΠΑ.
Η τροποποίηση αυτή των όρων του οικονομικού ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά
εξηγεί γιατί όλο και περισσότερες χώρες αποδέχονται το πλαίσιο της σταδιακής
μείωσης των μέτρων προστατευτισμού που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά μεταξύ
των αναπτυγμένων χωρών, και σπεύδουν να ενταχθούν σε συμφωνίες και Οργανισμούς
όπως ο ΠΟΕ. Όμως ο (διεθνής οικονομικός) ανταγωνισμός είναι πάντα ανταγωνισμός,
και οι διεθνείς Οργανισμοί είναι λιγότερο "ναοί συνεργασίας"
και περισσότερο "αποκρυσταλλώσεις" συσχετισμών δύναμης. Ταυτόχρονα,
η διαπλοκή πολιτικής και οικονομίας είναι στο διεθνές επίπεδο ακόμα πιο
έντονη από ό,τι στο εθνικό.
3.
Η ασταθής οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ
Η μετάβαση
από την GATT στον ΠΟΕ σημαδεύτηκε από μια σειρά ρυθμίσεις, που αποτυπώνουν
από τη μια την αυξημένη διεθνή οικονομική ισχύ των αναπτυγμένων δυτικών
χωρών, μετά την κατάρρευση του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού",
και από την άλλη τον ιθύνοντα ρόλο των ΗΠΑ στο διεθνοπολιτικό στερέωμα:
α) Φιλελευθεροποίηση του "εμπορίου υπηρεσιών" μέσω των GATS
(Γενικών Συμφωνιών για το Εμπόριο και τις Υπηρεσίες), οι οποίες καλύπτουν
το ένα πέμπτο του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου (1 τρις δολάρια). Με τη
ρύθμιση αυτή οι χρηματιστικές υπηρεσίες αντιμετωπίζονται ως "εμπόρευμα",
με συνέπεια τη νομική υποχρέωση ανοχής της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων.
Με τον τρόπο αυτό, η ρύθμιση των ανταλλαγών επεκτάθηκε για πρώτη φορά
και στο καθεστώς της εσωτερικής αγοράς των κρατών μελών.
β) Προστασία των Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΔΠΙ). Τα ΔΠΙ εξασφαλίζουν
στο μεγαλύτερο βαθμό τα συμφέροντα των (αμερικανικών κυρίως) εταιριών
λογισμικού και "ψυχαγωγίας".
γ) Εξαίρεση των εμπορικών "Ζωνών Ελεύθερων Συναλλαγών" των ανεπτυγμένων
χωρών (ΕΕ, ΝΑFTA, APEC [οικονομική συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού]), από μέτρα
που επιβάλλονται στα λοιπά μέλη του ΠΟΕ.
δ) Ανάληψη αυξημένων αρμοδιοτήτων από τον Οργανισμό για τον έλεγχο και
επιβολή κυρώσεων στη χώρες-μέλη που παραβιάζουν τις διατάξεις του ΠΟΕ.
Οι συμφωνίες του ΠΟΕ θα ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο των κρατών, ενώ
σε περιπτώσεις παραβίασης κανονισμών προβλέπονται συντονισμένες εμπορικές
κυρώσεις από όλα τα μέλη του ΠΟΕ.
Στα μέτρα αυτά, πολλοί αναλυτές διείδαν μια προσπάθεια των αναπτυγμένων
δυτικών χωρών (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) να διατηρήσουν και να διευρύνουν το χάσμα
με τις αναπτυσσόμενες χώρες, και να αποτρέψουν κάθε δυνατότητα να διαμορφωθεί
ένα μέτωπο κοινών πολιτικών στόχων των τελευταίων, κατ' αναλογία του "Κινήματος
των Αδεσμεύτων", που στο παρελθόν εξέφραζε (και) τις οικονομικές
επιδιώξεις των αναπτυσσόμενων χωρών.
Η άποψη αυτή είναι ορθή. Ωστόσο δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι το συντριπτικά
μεγαλύτερο μερίδιο του συνολικού όγκου του παγκόσμιου εμπορίου διεξάγεται
μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Θα αντιληφθούμε έτσι ότι
οι αντιθέσεις που αναφύονται από τον ανταγωνισμό και σχετικά με τη ρύθμιση
των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομικών κέντρων (για
παράδειγμα η διαμάχη ΗΠΑ - ΕΕ για τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα)
δεν είναι μικρότερης σημασίας και έντασης από εκείνες μεταξύ αναπτυγμένου
- αναπτυσσόμενου κόσμου. Τελικά, ένας διεθνής Οργανισμός όπως ο ΠΟΕ δεν
μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από τις αντιθέσεις που καλείται να διαχειριστεί,
ούτε να αναστείλει τη μεταβολή των συσχετισμών δύναμης που συντελούνται
στην παγκόσμια οικονομία. Γίνεται έτσι και ο ίδιος ο ΠΟΕ φορέας της κύριας
αντίφασης που χαρακτηρίζει το "παγκόσμιο σύστημα": Η οικονομική
ισχύς του αδιαμφισβήτητου πολιτικού ηγεμόνα (των ΗΠΑ) αμφισβητείται όλο
και περισσότερο από τους ανταγωνιστές του (ΕΕ, Ιαπωνία).
Ο διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός υπήρξε ένας από τους βασικούς μοχλούς
που ώθησαν τις χώρες της ΕΕ στη διαμόρφωση του "ενιαίου οικονομικού
χώρου" και την υιοθέτηση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Κατά
πόσο η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει στην ανάδυση ενός "ευρωπαϊκού
υπερκτάτους" είναι πρόωρο να λεχθεί, και σε κάθε περίπτωση η απάντηση
στο ερώτημα αυτό θα απαιτούσε μια διαφορετική ανάλυση. Ας μου επιτραπεί
μόνο μια επισήμανση: Το κράτος συμπυκνώνει τη συνολική (οικονομική, πολιτική,
ιδεολογική-πολιτιστική) κοινωνική εξουσία των κεφαλαιοκρατικών τάξεων
στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού. Εξασφαλίζει τη συνοχή και αναπαραγωγή
της εξουσίας αυτής τόσο στο εσωτερικό (απέναντι στις κυριαρχούμενες κοινωνικές
τάξεις) όσο και στο εξωτερικό (απέναντι στις κεφαλαιοκρατικές τάξεις άλλων
κοινωνικών σχηματισμών και σε αντιστοιχία με τις ενδοφυείς τάσεις επέκτασης
των ορίων κυριαρχίας της). Στο διεθνές επίπεδο, κάθε καπιταλιστική εξουσία
(και η αντίστοιχη κρατική πολιτική) λειτουργεί πάντα σε ένα πλαίσιο συμμαχίας/ανταγωνισμού
προς τις όμορες καπιταλιστικές εξουσίες των άλλων κοινωνικών σχηματισμών.
Στην Ευρώπη, όσο και αν οι διαδικασίες οικονομικής ολοκλήρωσης έχουν εξασφαλίσει
την προσέγγιση των ευρωπαϊκών κεφαλαιοκρατικών τάξεων, και έχουν δώσει
στο στοιχείο της συμμαχίας την πρωτοκαθεδρία έναντι του μεταξύ τους ανταγωνισμού,
εντούτοις δεν τις έχουν οδηγήσει τόσο μακριά ώστε να συγχωνευθούν σε μία
ενιαία κεφαλαιοκρατική τάξη. Η προοπτική του ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους
και του ενιαίου ευρωπαϊκού έθνους δεν είναι στην ημερήσια διάταξη.
|