
ΠΕΡΙ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ
Όταν η θεωρία
εμφανίζεται ως η γενίκευση του μερικού και του συγκυριακού
Θανάσης Βακαλιός
Κάτω από τη ρουμπρίκα ζητήματα
πολιτικής στρατηγικής η «Εποχή» 26.10.06) δημοσίευσε άρθρο του Γιάννη Μηλιού με
τον τίτλο «Η Αριστερά ως «αντιεξουσία». Συνεχίζουμε». Στο άρθρο του ο Γ. Μηλιός
επιχειρεί την τεκμηρίωση θεωρητικών θέσεων με αναφορά στις εμπειρίες του
συνδυασμού «Ανοιχτή πόλη» στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές.
Αναφέρεται σ’ αυτές τις εμπειρίες ως τεκμήριο το οποίο αποδεικνύει την ορθότητα
της θέσης ότι «η »Αριστερά» ως πραγματικό, επίδοξο ή κατά φαντασίαν κόμμα
εξουσίας είναι μόνο κατ’ όνομα Αριστερά», καθώς και τη θέση ότι «η Αριστερά
μπορεί να υπάρχει απέναντι στο αστικό κράτος μόνον ως «αντιεξουσία»». Αυτές οι
θέσεις, με διάφορες φραστικές παραλλαγές, διέπουν όλο το άρθρο.
Στο άρθρο αυτό θίγεται ένα κρίσιμο θέμα το οποίο απασχόλησε την αριστερά σε όλη
την ιστορία της, ειδικότερα από τη στιγμή της εμφάνισης του Λένιν στο πολιτικό
και ιδεολογικό προσκήνιο της αριστεράς. Την απασχολεί και σήμερα, με την ίδια
περίπου ένταση που την απασχόλησε πριν επικρατήσει στο χώρο της επαναστατικής
αριστεράς ο λενινισμός – με έμφαση στην πορεία για την επικράτηση του
λενινισμού.
Κατ’ ουσίαν στο άρθρο του αυτό ο Μηλιός εκφράζει τη λενινιστική άποψη για τη
σχέση της αριστεράς με το αστικό κράτος με τις καταβολές της στον Ένγκελς, αν
και ούτε ο Λένιν, μα ούτε ο Ένγκελς όρισαν την επαναστατική αριστερά ως
αντιεξουσιαστική πολιτική δύναμη – αφού μια τέτοια διατύπωση αποτελεί
αυτοαντίφαση: μια πολιτική δύναμη δεν μπορεί να είναι αντιεξουσιαστική, αφού η
ίδια σκοπό της έχει την εξουσία! Είναι γνωστή η θέση του Λένιν ότι το κύριο
ζήτημα της πολιτικής είναι η κατάκτηση της εξουσίας. Κι ήταν αυτή θέση – οδηγός
στην πολιτική και τη δράση του μπολσεβίκικου κόμματος, του κόμματος της
Οκτωβριανής Επανάστασης.
Με σκοπό την κάποια θεωρητική τεκμηρίωση της θέσης του ο Μηλιός επιστρατεύει
τον Νίκο Πουλαντζά. Μόνο που ο Πουλαντζάς στο έργο του δε λέει μόνο αυτά που
υπαινίσσεται ο αρθρογράφος. Ο Πουλαντζάς στο έργο του ανάπτυξε την άποψη ότι το
αστικό κράτος είναι και αυτό ένας χώρος στον οποίο μπορεί η αριστερά να
επιδιώξει τη μεταφορά του ταξικού αγώνα. Είναι ένας χώρος όπου και σ’ αυτόν
διεξάγεται η ταξική πάλη. Μάλιστα, η ανάπτυξη αυτής της θέσης – θεωρίας έκανε
το έργο του γνωστό στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, πέρα από τη Γαλλία και την
Ελλάδα.
Βέβαια, αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο Γιάννης Μηλιός. Δεν είναι λοιπόν θέμα
άγνοιας αλλά ασάφειας στις διατυπώσεις του και στη χρήση του όρου «αντιεξουσία»
με αναφορά στην αριστερά, καθώς επίσης και της διανοητικής δέσμευσής του να
θέλει να τεκμηριώσει μια θέση πολιτικής στρατηγικής, μια θεωρητική θέση, με
βάση και αναφορά στις εμπειρίες του μερικού και του συγκυριακού, με βάση δηλαδή
τις εμπειρίες του συνδυασμού «Ανοιχτή πόλη» στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές.
Μάλιστα, το επιχειρεί αυτό σε ένα άρθρο των 700 λέξεων.
Γνωρίζει πιστεύω καλά την ιστορία, αλλά και τη συνθετότητα του θέματος ο
Γιάννης Μηλιός, πράγμα που σημαίνει ότι αυτού του είδους τα θέματα δεν είναι
θέματα για άρθρο εφημερίδας. Χώρος για την ανάπτυξη του θέματος είναι ένα
θεωρητικό περιοδικό, το οποίο μπορεί να διαθέσει τις σελίδες του στον
αρθρογράφο ν’ αναπτύξει τα επιχειρήματά του και το σημαντικότερο, ν’ αναπτύξει
τη μέθοδο προσέγγισης του θέματος. Διαφορετικά κινούμενος στα όρια ενός άρθρου
των 700 λέξεων είναι αναγκασμένος να προσφύγει σε αφοριστικής υφής διατυπώσεις,
πράγμα που υποβαθμίζει ή και ακυρώνει τη σοβαρότητα της προσπάθειας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ούτε είναι ούτε μπορούσε να είναι η πρόθεσή μου
να παρέμβω ουσιαστικά με ένα άρθρο γραμμένο στα μέτρα της εφημερίδας για ένα
τόσο σημαντικό σύνθετο θέμα με εξέχουσα θεωρητική πολιτική και πρακτική σημασία
για την αριστερά. Βέβαια, θα μπορούσε σ’ αυτή τη στάση μου να αντιτάξει κανείς
το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι αριστεροί δεν διαβάζουν μεγάλα κείμενα και
επειδή δεν έχουν το χρόνο να το κάνουν αυτό. Ότι παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να
επιδιωχθεί και ο θεωρητικός λόγος να μπορεί να φτάσει σε όλους. Και βέβαια,
αυτό μόνο μια εφημερίδα μπορεί να το κάνει, γενικά μπορούν να το κάνουν τα ΜΜΕ.
Όμως ειδικότερα για θεωρητικής φύσης θέματα καλύτερη είναι η διαμόρφωση άποψης,
με βάση την αγωνιστική εμπειρία καθενός, τη δική του και του κινήματος, παρά η
ημιμάθεια ή η δημιουργία της εντύπωσης ότι γνωρίζει κανείς αυτό που από τέτοιου
είδους ενημερώσεις είναι αδύνατο να γνωρίζει. Αφού η γνώση εδώ προϋποθέτει την
κατανόηση. Και βέβαια δεν μπορείς να κατανοήσεις μια άποψη – ειδικότερα όταν
πρόκειται για θεωρητική άποψη – χωρίς ανάλυση, με την αναγκαία τεκμηρίωση,
πράγμα «φύσει» αδύνατο να επιτευχθεί σε ένα άρθρο 700 λέξεων. Αυτό μόνο στα
μαθηματικά μπορεί να συμβεί, όμως εκεί τα σύμβολα συμπυκνώνουν πολυσύνθετους
συλλογισμούς και επιβεβαιωμένες τεκμηριώσεις.
Βέβαια, ο αρθρογράφος μπορεί να πιστεύει ότι και ακόμα βοηθά στην ανάπτυξη του
αναγκαίου προβληματισμού στα θέματα της πολιτικής στρατηγικής της αριστεράς –
μολονότι στο άρθρο του χρησιμοποιεί τη γλώσσα των θέσεων, δηλαδή
κατασταλαγμένων και τεκμηριωμένων συλλογισμών. Όμως κι αν ακόμα τα πράγματα
είχαν έτσι, αυτές οι θέσεις δεν μπορούν να συζητηθούν από τις στήλες μιας
εφημερίδας, όσο και αν εκτιμώ το έργο που επιτελεί η «Εποχή», που για μένα
είναι μια αυθεντική εφημερίδα της αριστεράς...
Ζητήματα στρατηγικής και συγκυρίας
Γιάννης Μηλιός
Ο Θανάσης Βακαλιός έχει δίκιο
όταν υποστηρίζει ότι απόψεις για τη στρατηγική και την τακτική της Αριστεράς
μπορούν να τεκμηριωθούν μόνο με εκτεταμένη ανάλυση και διάλογο. Χαίρομαι,
λοιπόν, που μου δίνει την ευκαιρία να επανέλθω, έστω με ένα ακόμα σύντομο
σημείωμα.
Συμφωνώ ότι η θεωρητική παρέμβαση του Λένιν είναι καθοριστική για τη στρατηγική
της Αριστεράς. Στην αντίληψή μου, αφορά τρία κυρίως σημεία:
1. Η εξουσία των εργαζομένων μπορεί να προκύψει μέσα από μια επανάσταση, δηλαδή
μια βαθιά πολιτική και θεσμική τομή που προκαλείται από την παρέμβαση των
εργαζόμενων και υφιστάμενων την εκμετάλλευση τάξεων: «Για έναν μαρξιστή δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς επαναστατική κατάσταση,
μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση» (Η χρεοκοπία της ΙΙ
Διεθνούς, Ελεύθερη Ελλάδα, 1970: 10).
2. Προϋπόθεση για την κατάληψη της εξουσίας από τους εργαζομένους είναι η
«συντριβή» του καπιταλιστικού κράτους και η δημιουργία ενός νέου τύπου κρατικού
θεσμικού πλαισίου, στόχος του οποίου είναι ο σταδιακός μαρασμός αυτού του ίδιου
του κράτους και κάθε εξουσίας, ο κομμουνισμός ως αταξική κοινωνία: «Η απλή
μεταβίβαση της παλιάς κρατικής μηχανής σε νέα χέρια δεν είναι καθόλου κατάκτηση
της εξουσίας: Το προλεταριάτο οφείλει να συντρίψει αυτόν το μηχανισμό και να
τον αντικαταστήσει με κάτι εντελώς νέο» (Κράτος και Επανάσταση, Νέοι στόχοι,
1971: 111).
3. Η εργατική εξουσία, ο σοσιαλισμός, δεν αποτελεί έτσι «καθεστώς», όπως αυτό
που υπήρξε, π.χ., στη Ρουμανία ή την Ουγγαρία μεταπολεμικά, ή κάποιον ιδιαίτερο
«τρόπο παραγωγής», αλλά επαναστατική φάση μετάβασης από τον καπιταλισμό στον
κομμουνισμό: «Θα υπάρξει ένα ξεχωριστό στάδιο ή εποχή μετάβασης από τον
καπιταλισμό στον κομμουνισμό» (όπ.π.: 84).
Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν, νομίζω, τη λέξη που χρησιμοποίησα για να
περιγράψω τη στρατηγική της Αριστεράς: «Αντιεξουσία». Εντούτοις, το άρθρο μου
στην Εποχή δεν στόχευε ούτε στο ελάχιστο να μιλήσει για την εργατική εξουσία
και τον κομμουνισμό (ως «αντιεξουσία»). Στόχος του ήταν να απαντήσει στο
ερώτημα: Με ποιο τρόπο μπορούμε να παρεμβαίνουμε αποτελεσματικά στην παρούσα
φάση, που ούτε κατά διάνοια τίθεται ζήτημα επαναστατικής κατάστασης ή εργατικής
εξουσίας;
Πιο συγκεκριμένα, το ερώτημα σήμερα είναι: Μπορούμε να συζητάμε για προοπτική
συμμαχικών κυβερνήσεων και «διεξόδων» με τα δύο κόμματα διαχείρισης της αστικής
εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ; Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η άνευ όρων
πριμοδότηση του κεφαλαίου, η αυταρχική εκτροπή και οι τρομονόμοι, η
ιδιωτικοποίηση της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλειας, μπορούν
να ανασταλούν μέσα από (κυβερνητικής στόχευσης) συνεργασίες με τη ΝΔ και το
ΠΑΣΟΚ; Η απάντησή μου είναι αρνητική: Θα μετατραπούμε απλώς σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ,
δηλαδή σε εκτελεστικά όργανα των αστικών κρατικών πολιτικών!
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγωνιζόμαστε μαζί με όσους από την ΠΑΣΠ ή την ΔΑΠ
διαφωνούν με την κατάργηση του άρθρου 16 για τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση,
μαζί με τους συνδικαλιστές της ΔΑΚΕ για τα εργασιακά και ασφαλιστικά
δικαιώματα.
Διότι, καθώς το κράτος και ιδίως οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του είναι πεδίο
ταξικών συγκρούσεων και αντιφάσεων, αποδεικνύεται συνεχώς πως αποτελεσματική
πολιτική είναι εκείνη που στηρίζει και αντλεί επιχειρήματα από τα κινήματα:
Μέσα στους κρατικούς θεσμούς (στην Εκπαίδευση, τη Διοίκηση, το σύστημα
Κοινωνικής Ασφάλισης, το Κοινοβούλιο) και την οικονομία, οι αγώνες των
εργαζομένων μπορούν να επιβάλλουν τις δικές τους λύσεις και μεταρρυθμίσεις
ενάντια στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτούς τους αγώνες
σφυρηλατούνται και οι συνειδήσεις για «μια άλλη κοινωνία».
Αποκλείει μια τέτοια άποψη την πολιτική συνεργασία με στελέχη ή τμήματα της ΝΔ
ή του ΠΑΣΟΚ; Κάθε άλλο. Απλώς τους δείχνει τον Όσκαρ Λαφονταίν στη Γερμανία και
τους λέει: Hic Rhodus, hic salta!