Loading...

1979

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ

Ὁ Λόγος τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στὴν Ἀκαδημία τῆς Στοκχόλμης

κατὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στὶς 8/12/1979

Κύριοι ἀκαδημαϊκοί,
κυρίες καὶ κύριοι.
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ, παρακαλῶ, νὰ μιλήσω στὸ ὄνομα τῆς φωτεινότητας καὶ τῆς διαφάνειας. Ἐπειδὴ οἱ ἰδιότητες αὐτὲς εἶναι ποὺ καθορίσανε τὸν χῶρο μέσα στὸν ὁποῖο μοῦ ἐτάχθη νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω. Καὶ αὐτὲς εἶναι ποὺ ἔνιωσα, σιγά - σιγά, νὰ ταυτίζονται μέσα μου μὲ τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθῶ. Εἶναι σωστό νὰ προσκομίζει κανείς στὴν τέχνη αὐτὰ ποὺ τοῦ ὑπαγορεύουν ἡ προσωπικὴ του ἐμπειρία καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς γλώσσας του. Πολύ περισσότερο ὅταν οἱ καιροί εἶναι σκοτεινοὶ καὶ αὐτὸ πού τοῦ ὑπαγορεύουν εἶναι μιά ὅσο τὸ δυνατόν μεγαλύτερη ὁρατότητα. Δὲν μιλῶ γιὰ τὴ φυσικὴ ἱκανότητα νὰ συλλαμβάνει κανεὶς τ᾿ ἀντικείμενα σ᾿ ὅλες τους τὶς λεπτομέρειες ἀλλὰ γιὰ τὴ μεταφορική, νὰ κρατᾶ τὴν οὐσία τους καὶ νὰ τὰ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ καθαρότητα τέτοια ποὺ νὰ ὑποδηλώνει συνάμα τὴν μεταφυσικὴ τους σημασιολογία. 0 τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μεταχειρίστηκαν τὴν ὕλη οἱ γλύπτες τῆς Κυκλαδικῆς περιόδου, ποὺ ἔφτασαν ἴσια - ἴσια νὰ ξεπεράσουν τὴν ὕλῃ, τὸ δείχνει καθαρά. Ὅπως ἐπίσης, ὁ τρόπος ποὺ οἱ εἰκονογράφοι τοῦ Βυζαντίου ἐπέτυχαν ἀπὸ τὸ καθαρό χρῶμα νὰ ὑποβάλλουν τὸ «θεῖο». Μιὰ τέτοια, διεισδυτικὴ καὶ συνάμα μεταμορφωτικὴ ἐπέμβαση μέσα στὴν πραγματικότητα ἐπεχείρησε πιστεύω ἀνέκαθεν καὶ κάθε ὑψηλὴ ποίηση. Ὄχι νὰ ἀρκεστεῖ στὸ «νῦν ἔχων» ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθεῖ στὸ «δυνατόν γενέσθαι» . Κάτι ποὺ, εἶναι ἀλήθεια, δὲν ἐκτιμήθηκε πάντοτε. Ἴσως γιατί οἱ ὁμαδικὲς νευρώσεις δὲν τὸ ἐπέτρεψαν. Ἴσως γιατί ὁ ὠφελιμισμὸς δὲν ἄφησε τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ἀνοιχτά ὅσο χρειάζεται. Ἡ ὀμορφιά καὶ τὸ φῶς συνέβη νὰ ἐκληφθοῦν ἄκαιρα ἢ ἀνώδυνα. Καὶ ὅμως. Ἡ διεργασία ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ φτάσει κανείς στὸ σχῆμα τοῦ Ἀγγέλου εἶναι, πιστεύω, πολύ πιὸ ἐπώδυνη ἀπὸ τὴν ἄλλη ποὺ ἐκμαιεύει ὅλων τῶν λογιων τοὺς Δαίμονες.

Βέβαια ὑπάρχει τὸ αἴνιγμα. Βέβαια ὑπάρχει τὸ μυστήριο. Ἀλλὰ τὸ μυστήριο δὲν εἶναι μιὰ σκηνοθεσία ποὺ ἐπωφελεῖται ἀπὸ τὰ παιχνίδια τῆς σκιάς καὶ τοῦ σκότους γιὰ νὰ μας ἐντυπωσιάσει ἁπλῶς. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει μυστήριο καὶ μέσα στὸ ἀπόλυτο φῶς. Εἶναι τότε ποὺ προσλαμβάνει τὴν αἴγλῃ ἐκείνη ποὺ ἑλκύει καὶ ποὺ τὴν ὀνομάζουμε Ὀμορφιά. Τὴν Ὀμορφιά ποὺ εἶναι μιὰ ὁδὸς - ἡ μόνη ἴσως ὁδὸς πρὸς τὸ ἄγνωστο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μας, πρὸς αὐτὸ ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει. Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι στὸ βάθος ἡ ποίηση: ἡ τέχνη νὰ ὁδηγεῖσαι καὶ νὰ φτάνεις πρὸς αὐτὸ ποὺ σὲ ὑπερβαίνει. Ἀπὸ τὰ μυριάδες μυστικά σήματα, ποὺ μ᾿ αὐτὰ εἶναι διάσπαρτος ὁ κόσμος καὶ ποὺ ἀποτελοῦν ἄλλες τόσες συλλαβές μιᾶς ἄγνωστης γλώσσας, νὰ συνθέσεις λέξεις καὶ ἀπὸ τὶς λέξεις φράσεις ποὺ ἡ ἀποκρυπτογράφησὴ τους νὰ σὲ φέρνει πιὸ κοντά στὴν βαθύτερη ἀλήθεια.

Ποῦ λοιπόν βρίσκεται σὲ ἔσχατη ἀνάλυση ἡ ἀλήθεια; στὴν φθορά καὶ στὸν θάνατο ποὺ διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ἢ στὴ ροπὴ ποὺ μας ὠθεῖ νὰ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι ἀκατάλυτος καὶ αἰώνιος; εἶναι φρόνιμο νὰ ἀποφεύγουμε τὶς μεγαλεπήβολες ἐκφράσεις, τὸ ξέρω. Οἱ κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τὶς χρησιμοποίησαν, ἦρθαν σὲ σύγκρουση, ἠκμάσανε, πέρασαν. Ἡ οὐσία ὅμως ἔμεινε, μένει. Καὶ ἡ Ποίηση, ποὺ ἐγείρεται στὸ σημεῖο ὅπου ὁ ὀρθολογισμός καταθέτει τὰ ὅπλα του γιὰ νὰ τ᾿ ἀναλάβει ἐκείνη καὶ νὰ προχωρήσει μέσα στὴν ἀπαγορευμένη ζώνη, ἐλέγχεται νὰ εἶναι ἴσια - ἴσια ἐκείνη ποὺ προσβάλλεται λιγότερο ἀπὸ τὴ φθορά. Διασώζει σὲ καθαρὴ μορφὴ τὰ μόνιμα, τὰ βιώσιμα στοιχεῖα ποὺ καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στὸ σκότος τῆς συνείδησης ὅπως τὰ φύκια μέσα στοὺς βυθούς τῶν Θαλασσῶν. Νὰ γιατί μας χρειάζεται ἡ διαφάνεια. Γιὰ νὰ διακρίνουμε τους κόμπους στὸ νήμα ποὺ μές ἀπὸ τους αἰῶνες τεντώνεται καὶ μας βοηθεῖ νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ. Ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο ἕως τὸν Πλάτωνα καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα ἕως τὸν Ἰησοῦ διακρίνουμε αὐτὸ τὸ «δέσιμο» ποὺ φτάνει κάτω ἀπὸ διάφορες μορφές ὡς τὶς ἡμέρες μας καὶ ποὺ μας λέει περίπου τὸ ἴδιο: ὅτι ἐντὸς τοῦ κόσμου τούτου ἐμπεριέχεται καὶ μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου ἀνασυντίθεται ὁ ἄλλος κόσμος, ὁ «πέραν», ἡ δεύτερη πραγματικότητα, ἡ ὑπερτοποθετημένη ἐπάνω σ᾿ αὐτὴν ὅπου παρά φύσιν ζοῦμε. Εἶναι μιὰ πραγματικότητα ποὺ τὴ δικαιούμεθα καὶ ποὺ ἀπὸ δικὴ μας ἀνικανότητα δὲν ἀξιωνόμαστε. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι σὲ ἐποχὲς ὑγιεῖς τὸ Κάλλος ταυτίσθηκε μὲ τὸ Ἀγαθὸν καὶ τὸ Ἀγαθὸν μὲ τὸν Ἥλιο. Κατά τὸ μέτρο ποὺ ἡ συνείδηση καθάρετε καὶ πληροῦται μὲ φῶς, τὰ μελανά σημεῖα ὑποχωροῦν καὶ σβήνουν ἀφήνοντας κενά ποὺ - ὅπως ἀκριβῶς στοὺς φυσικούς νόμους - τὰ ἀντίθετά τους ἔρχονται νὰ πληρώσουν τὴ Θέση τους. Κι αὐτό, μὲ τέτοιον τρόπο ποὺ τελικά τὸ δημιουργημένο ἀποτέλεσμα νὰ στηρίζεται καὶ στὶς δύο πλευρές, Θέλω νὰ πω στὸ «ἐδῶ» καὶ στὸ «ἐπέκεινα». Ὁ Ἡράκλειτος δὲν εἶχε ἤδη μιλήσει γιὰ μίαν «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἀρμονίην»;

Ἐὰν εἶναι ὁ Ἀπόλλων ἢ ἡ Ἀφροδίτη, ὁ Χριστός ἢ ἡ Παναγία, ποὺ ἐνσαρκώνουν καὶ προσωποποιοῦν τὴν ἀνάγκη νὰ δοῦμε ὑλοποιημένο ἐκεῖνο ποὺ σὲ ὁρισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δὲν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ἡ ἀναπνοὴ τῆς ἀθανασίας ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν. Ἡ Ποίηση ὀφείλει, κατά τὴν ταπεινὴ μου γνώμη, πέραν ἀπὸ συγκεκριμένα δόγματα, νὰ ἐπιτρέπει αὐτὴ τὴν ἀναπνοὴ.

Πώς νὰ μὴν ἀναφερθῶ ἐδῶ στὸν Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τὸν μεγάλο ποιητὴ ποὺ μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ἐστράφηκε πρὸς τοὺς Θεούς τοῦ Ὀλύμπου καὶ πρὸς τὸν Ἰησοῦ; ἡ σταθερότητα ποὺ ἔδωσε σ᾿ ἕνα εἶδος ὁράματος εἶναι ἀνεκτίμητη. Καὶ ἡ ἔκταση ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε μεγάλη. Θὰ ἔλεγα τρομακτική. Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι ποὺ τὸν ἔκανε, ὅταν μόλις ἀκόμη ἄρχιζε τὸ κακό ποὺ σήμερα μᾶς πλήττει, ν᾿ ἀνακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!. Οἱ καιροί, φεῦ, ἐστάθηκαν ἀνέκαθεν γιὰ τὸν ἄνθρωπο durftiger. Ἀλλὰ καὶ ἡ ποίηση ἀνέκαθεν λειτουργοῦσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα νὰ συνοδεύουν τὴν ἐπίγεια μοῖρα μας καὶ ποὺ τὸ ἕνα τους ἀντισταθμίζει τὸ ἄλλο. Πώς ἀλλιῶς. Ἀφοῦ καὶ ἡ νύχτα καὶ τ᾿ ἄστρα μας γίνονται ἀντιληπτά χάρη στὸν ἥλιο. Μὲ τὴ διαφορά ὅτι ὁ ἥλιός, κατά τὴ ρήση τοῦ ἀρχαίου σοφοῦ, ἐὰν ὑπερβεῖ τὰ μέτρα καταντᾶ «ὕβρις». Χρειάζεται νὰ βρισκόμαστε στὴ σωστὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἠθικό ἥλιο, ὅπως ὁ πλανήτης μας ἀπὸ τὸν φυσικόν ἥλιο, γιὰ νὰ γίνεται ἡ ζωὴ ἐπιτρεπτή. Μᾶς ἔφταιγε ἄλλοτε ἡ ἀμάθεια. Σήμερα μᾶς φταίει ἡ μεγάλη γνώση. Δὲν ἔρχομαι μ᾿ αὐτὰ ποὺ λέω νὰ προστεθῶ στὴν μακρά σειρά τῶν ἐπικριτῶν τοῦ τεχνικοῦ μας πολιτισμοῦ. Μιὰ σοφία παλαιὰ ὅσο καὶ ἡ χώρα ποὺ μ᾿ ἐξέθρεψε, μ᾿ ἐδίδαξε νὰ δέχομαι τὴν ἐξέλιξη, νὰ χωνεύω τὴν πρόοδο μαζί μὲ ὅλα της τὰ παρεπόμενα, ὅσο δυσάρεστα καὶ ἄν μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ.

Τότε ὅμως ἡ Ποίηση; Τὶ ἀντιπροσωπεύει μέσα σὲ μιὰ τέτοια κοινωνία; Ἀπαντῶ: τὸν μόνο χῶρο ὅπου ἡ δύναμη τοῦ ἀριθμοῦ δὲν ἔχει πέραση. Καὶ ἀκριβῶς, ἡ φετεινὴ ἀπόφασή σας νὰ τιμήσετε στὸ πρόσωπό μου τὴν ποίηση μιᾶς μικρῆς χώρας δείχνει σὲ πόσο ἁρμονικὴ ἀνταπόκριση βρίσκεστε μὲ τὴν χαριστικὴ ἀντίληψη τῆς τέχνης, τὴν ἀντίληψη ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἡ μόνη ἐναπομένουσα πολέμιος τῆς ἰσχύος ποὺ κατήντησε νὰ ἔχει στοὺς καιρούς μας ἡ ποσοτικὴ ἀποτίμηση τῶν ἀξιῶν.

Εἶναι, τὸ ξέρω, ἄτοπο ν᾿ ἀναφέρεται κανεὶς σὲ προσωπικές περιπτώσεις. Καὶ ἀκόμη πιὸ ἄτοπο νὰ ἐπαινεῖ τὸ σπίτι του. Εἶναι ὅμως κάποτε ἀπαραίτητο, στὸν βαθμὸ ποὺ αὐτὰ βοηθοῦν νὰ δοῦμε πιὸ καθαρὰ μιὰν ὁρισμένη κατάσταση πραγμάτων. Καὶ εἶναι σήμερα ἡ περίπτωση. Μοῦ δόθηκε, ἀγαπητοὶ φίλοι, νὰ γράφω σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ μιλιέται μόνον ἀπὸ μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ᾿ ὅλα αὐτά, μιὰ γλῶσσα ποὺ μιλιέται ἐπί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπὴ καὶ μ᾿ ἐλάχιστες διαφορές. Ἡ παράλογη αὐτὴ, φαινομενικά, διάσταση, ἀντιστοιχεῖ καὶ στὴ ὑλικοπνευματικὴ ὀντότητα τῆς χώρας μου. Ποὺ εἶναι μικρὴ σὲ ἔκταση χώρου καὶ ἀπέραντη σὲ ἔκταση χρόνου. Καὶ τὸ ἀναφέρω ὄχι διόλου γιὰ νὰ ὑπερηφανευθῶ ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξω τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζει ἕνας ποιητής ὅταν χρησιμοποιεῖ γιὰ τὰ πιὸ ἀγαπημένα πράγματα τὶς ἴδιες λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ Σαπφὼ ἢ ἕνας Πίνδαρος π.χ. - χωρὶς ὡστόσο νὰ ἔχει τὸ ἀντίκρυσμα ποὺ εἶχαν ἐκεῖνοι ἐπάνω στὴν ἔκταση τῆς πολιτισμένης τότε ἀνθρωπότητας. Ἐὰν ἡ γλῶσσα ἀποτελοῦσε ἁπλῶς ἕνα μέσον ἐπικοινωνίας, πρόβλημα δὲν θὰ ὑπῆρχε. Συμβαίνει ὅμως ν᾿ ἀποτελεῖ καὶ ἐργαλεῖο μαγείας καὶ φορέα ἠθικῶν ἀξιῶν. Προσκτᾶται ἡ γλῶσσα στὸ μάκρος τῶν αἰώνων ἕνα ὁρισμένο ἦθος. Καὶ τὸ ἦθος αὐτὸ γεννᾶ ὑποχρεώσεις. Χωρὶς νὰ λησμονεῖ κανεὶς ὅτι στὸ μάκρος εἰκοσιπέντε αἰώνων δὲν ὑπῆρξε οὔτε ἕνας, ἐπαναλαμβάνω οὔτε ἕνας, ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε ποίηση στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Νὰ τὶ εἶναι τὸ μεγάλο βάρος παράδοσης ποὺ τὸ ὄργανο αὐτὸ σηκώνει. Τὸ παρουσιάζει ἀνάγλυφα ἡ νέα ἑλληνικὴ ποίηση.

Ἡ σφαῖρα ποὺ σχηματίζει ἡ νέα ἑλληνικὴ ποίηση ἔχει, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, ὅπως κάθε σφαῖρα δύο πόλους: τὸν βόρειο καὶ τὸν νότιο. Στὸν ἕνα τοποθετεῖται ὁ Διονύσιος Σολωμός ποὺ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἐκφραστικῆς ἐπέτυχε - προτοῦ ὑπάρξει ὁ Mallarmé στὰ εὐρωπαϊκά γράμματα - νὰ χαράξει μὲ ἄκρα συνέπεια καὶ αὐστηρότητα τὴν ἀντίληψη τῆς καθαρῆς ποίησης μὲ ὅλα της τὰ παρεπόμενα: νὰ ὑποτάξει τὸ αἴσθημα στὴ διάνοια, νὰ ἐξευγενίσει τὴν ἐκφράση καὶ νὰ δραστηριοποιήσει ὅλες τὶς δυνατότητες τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ Θαύματος. Στὸν ἄλλο πόλο, τοποθετεῖται ὁ K. Π. Καβάφης, αὐτὸς ποὺ παράλληλα μὲ τὸν T. S. Eliot ἔφτασε στὴν ἄκρα λιτότητα, στὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἐκφραστικὴ ἀκρίβεια, ἐξουδετερώνοντας τὸν πληθωρισμὸ στὴν διατύπωση τῶν προσωπικῶν του βιωμάτων.

Ἀνάμεσα στοὺς δύο αὐτοὺς πόλους κινήθηκαν οἱ μεγάλοι μας ἄλλοι ποιητές, ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς, ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, ὁ Νίκος Καζαντζάκης, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ἄλλος λιγότερο ἄλλος περισσότερο πρὸς τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πρόχειρη καὶ ὅσο γίνεται πιὸ σχηματικὴ χαρτογράφηση τοῦ νεοελληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου. Τὸ πρόβλημα γιὰ μᾶς ποὺ ἀκολουθήσαμε, ἤτανε νὰ ἐπωμιστοῦμε τὰ ὑψηλά διδάγματα ποὺ μᾶς κληροδότησαν καὶ, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, νὰ τ᾿ ἁρμόσουμε πάνω στὴ σύγχρονη εὐαισθησία. Πέραν ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς τεχνικῆς, ὀφείλαμε νὰ φτάσουμε σὲ μιὰ σύνθεση ποὺ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ν᾿ ἀναχωνεύει τὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐκφράζει τὰ κοινωνικὰ καὶ ψυχολογικὰ αἰτήματα τῆς ἐποχῆς μας. Μὲ ἄλλα λόγια, νὰ φτάσουμε νὰ προβάλλουμε τὸν τύπο τοῦ «Εὐρωπαίου - Ἕλληνα». Δὲν μιλῶ γιὰ ἐπιτυχίες, μιλῶ γιὰ προσπάθειες. Οἱ κατευθύνσεις εἶναι ποὺ ἔχουν σημασία γιὰ τὸν μελετητὴ τῆς Λογοτεχνίας.

Πῶς ὅμως ν᾿ ἀναπτυχθοῦν οἱ κατευθύνσεις αὐτὲς ἐλεύθερα ὅταν οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς εἶναι στὶς ἡμέρες μας ἐξοντωτικές γιὰ τὸν δημιουργό; καὶ πῶς νὰ διαμορφωθεῖ ἡ πνευματικὴ κοινότητα, ὅταν οἱ φραγμοὶ τῶν γλωσσῶν ὀρθώνονται ἀξεπέραστοι; Σᾶς γνωρίζουμε καὶ μᾶς γνωρίζετε ἀπὸ τὸ 20 ἢ ἔστω τὸ 30 % ποὺ ἀπομένει ὕστερα ἀπὸ τὴν μεταγλώττιση. Εἰδικὰ ἐμεῖς ὅλοι, ὅσοι κρατᾶμε ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη παράδοση καὶ μένουμε βουβοί, ἀμετάδοτοι πάσχουμε ἀπὸ τὴν ἔλλειψη μιᾶς κοινῆς γλώσσας. Καὶ ὁ ἀντίκτυπος ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη - ἄν ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα - σημειώνεται ἀκόμη καὶ στὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ πραγματικότητα τῆς κοινῆς μας πατρίδας, τῆς Εὐρώπης. Λέμε καὶ τὸ διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ὅτι ζοῦμε σ᾿ ἕνα χάος ἠθικό. Κι αὐτό, τὴ στιγμὴ ποὺ ποτὲ ἄλλοτε ἡ κατανομὴ τῶν στοιχείων τῆς ὑλικῆς μας ὕπαρξης δὲν ἔγινε μὲ τόσο σύστημα, τόση στρατιωτικὴ θὰ ἔλεγα τάξη, τόσον ἀδυσώπητο ἔλεγχο. Ἡ ἀντίφαση εἶναι διδακτική. Ὅταν σὲ δύο σκέλη τὸ ἕνα ὑπερτροφεῖ, τὸ ἄλλο ἀτροφεῖ. Μιὰ ἀξιέπαινη ροπὴ νὰ συνενωθοῦν σὲ ἑνιαία μονάδα οἱ λαοί τῆς Εὐρώπης, προσκόπτει σήμερα στὴν ἀδυναμία νὰ συμπέσουν τὰ ἀτροφικὰ καὶ τὰ ὑπερτροφικὰ σκέλη τοῦ πολιτισμοῦ μας. Οἱ ἀξίες μας οὔτε αὐτὲς δὲν ἀποτελοῦν μιὰ γλῶσσα κοινή.

Γιὰ τὸν ποιητὴ - μπορεῖ νὰ φαίνεται παράξενο ἀλλὰ εἶναι ἀληθὲς - ἡ μόνη κοινὴ γλῶσσα ποὺ αἰσθάνεται νὰ τοῦ ἀπομένει εἶναι οἱ αἰσθήσεις. ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, ὁ τρόπος ποὺ ἀγγίζονται δύο σώματα δὲν ἄλλαξε. Μήτε ὁδήγησε σὲ καμία σύγκρουση ὅπως οἱ εἰκοσάδες τῶν ἰδεολογιῶν ποὺ αἱματοκύλισαν τὶς κοινωνίες μας καὶ μας ἄφησαν μὲ ἀδειανά χέρια. Ὅμως ὅταν μιλῶ γιὰ αἰσθήσεις δὲν ἐννοῶ τὸ προσιτό, πρῶτο ἢ δεύτερο, ἐπίπεδό τους. Ἐννοῶ τὸ ἀπώτατο. Ἐννοῶ τὶς «ἀναλογίες τῶν αἰσθήσεων» στὸ πνεῦμα. Ὅλες οἱ τέχνες μιλοῦν μὲ ἀνάλογα. Μιὰ ὀσμὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ βοῦρκος ἢ ἡ ἁγνότητα. Ἡ εὐθεῖα γραμμὴ ἢ ἡ καμπύλη, ὁ ὀξύς ἢ ὁ βαθύς ἦχος, ἀποτελοῦν μεταφράσεις κάποιας ὀπτικῆς ἢ ἀκουστικῆς ἐπαφῆς. Ὅλοι μας γράφουμε καλὰ ἢ κακὰ ποιήματα κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ζοῦμε καὶ διανοούμαστε μὲ τὴν καλὴ ἢ τὴν κακὴ σημασία τοῦ ὅρου. Μιὰ εἰκόνα πελάγους ἀπὸ τὸν Ὅμηρο φτάνει ἄθικτη ὥς τὶς ἡμέρες μας. Ὁ Rimbaud τὴν ἀναφέρει σὰν «mer melee au soleil» καὶ τὴν ταυτίζει μὲ τὴν αἰωνιότητα. Ἕνα κορίτσι ποὺ κρατάει ἕναν κλῶνο μυρτιᾶς ἀπὸ τὸν Ἀρχίλοχο ἐπιβιώνει σ᾿ ἕναν πίνακα τοῦ Matisse καὶ μᾶς καθιστᾶ πιὸ ἁπτὴ τὴν αἴσθηση, τὴ μεσογειακή, τῆς καθαρότητας. Ἐδῶ ἀξίζει νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι ἀκόμη καὶ μιὰ παρθένος τῆς βυζαντινῆς εἰκονογραφίας, δὲν διαφέρει πολύ. Παρά ἕνα κάτι ἐλάχιστο, συχνά, τὸ ἐγκόσμιο φῶς γίνεται ὑπερκόσμιο καὶ τανάπαλιν. Μιὰ αἴσθηση ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους καὶ μιὰ ἄλλη ἀπὸ τοὺς Μεσαιωνικοὺς ἔρχονται νὰ γεννήσουν μιὰ τρίτη ποὺ τοὺς μοιάζει ὅπως τὸ παιδὶ στοὺς γεννήτορές του.

Μπορεῖ ἡ ποίηση ν᾿ ἀκολουθήσει ἕναν τέτοιο δρόμο; οἱ αἰσθήσεις μὲς ἀπ᾿ τὸν ἀδιάκοπο καθαρμὸ τους νὰ φτάσουν στὴν ἁγιότητα; Τότε ἡ ἀναλογία τους θὰ ἐπαναστραφεῖ ἐπάνω στὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ θὰ τὸν ἐπηρεάσει. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ὀνειροπολοῦμε μὲ τοὺς στίχους. Εἶναι λίγο. Δὲν ἀρκεῖ νὰ πολιτικολογοῦμε. Εἶναι πολύ. Κατά βάθος ὁ ὑλικός κόσμος εἶναι ἁπλῶς ἕνας σωρός ἀπὸ ὑλικά. Θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἂν εἴμαστε καλοὶ ἢ κακοὶ ἀρχιτέκτονες τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα, ὁ Παράδεισος ἢ ἡ Κόλαση ποὺ θὰ χτίσουμε. Ἐὰν ἡ ποίηση παρέχει μιὰ διαβεβαίωση καὶ δὴ στοὺς καιρούς τους durftiger εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: ὅτι ἡ μοῖρα μας παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ βρίσκεται στὰ χέρια μας.


ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ